Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Το αθάνατο νερό! (Εις μνήμην Ιωάννη Σχοινά- Κωνσταντίνου Καρδαρά)

Γιάννης Σχοινάς
Γράφει ο Πέτρος Μυλώνας

Του δρόμου, π’ αρμενίσαμε, ζώνη δεν έμεινε άλλη,
άλλη δεν έμεινε βαθιά του σπλάχνου αναπνοή,
παρά ουρανός, κι όλο ουρανός, και πουθενά ακρογιάλι,
παρά τ’ αστέρι αρίθμητο, που καίει κι ανθορροεί.

Άλλο δεν έμεινε για σε, Ψυχή, από τ’ άγιο θάρρος
που πάσκει και που νείρεται το ανίκητο φτερό ∙
κι ας ακουμπάς στο πέλαγον ακόμα, όπως ο γλάρος
που αποξεχνιέται, ασάλευτος σαν κρίνος, στο νερό.

Τι , αν είναι τώρα το ύστερο να μας σηκώσει βάρος
το πλέριο ψυχοπάλεμα τ’ αγώνα το ιερό,
θα ‘ναι χρυσό το δρέπανο που θα σηκώσει ο Χάρος,
τι θα μας βρει σ’ ασύγκριτον αγνάντια του χορό!

Άγγελος Σικελιανός-
Λυρικός Βίος Δ’, Πάσχα των Ελλήνων,
«Το τραγούδι των Αργοναυτών»


Σαν μάθαμε το κακό άγγελμα της φρικτής σας ασθένειας, σε σύναξη μυστική αποφασίσαμε να στείλουμε τους καλύτερους από εμάς μακριά, πέρα από τα σύνορα του κόσμου που αντικρίζει κανείς με τους συνήθεις οφθαλμούς που η φύση απλώς τον εφοδίασε. Βρήκαμε τους παλιούς χάρτες που ήταν γραμμένοι με τα αρχαία μελάνια, διαβάσαμε στις αχνές σελίδες των οδηγιών τα σημάδια που πρέπει να αναγνωρίσουν όσοι ξεκίνησαν για να περάσουν τα σύνορα της γης.
Πότε ένα αστραποκαμμένο δένδρο, πότε ένας βαθύς σπαθισμός σε δένδρο αιωνόβιο, πότε μια πηγή που στην γούρνα της κρύβει γράμμα ψηφιδωτό μαζί με βέλος, πότε ένας βράχος με σχήμα αρχαίου κράνους, πότε μια γέφυρα πετρόκτιστη ξεχασμένη, αδιάκριτη σχεδόν, από χρόνια, μέσα στις φυλλωσιές.

Κώστας Καρδαράς
Φύγαν οι καλύτεροι. Κι η εντολή μας ήταν να βρουν και να σας φέρουν δύο κούπες με το αθάνατο νερό. Για να μην φύγετε ποτέ από κοντά μας. Για να μην μας λείψετε. Για να συνεχίσετε τον αγώνα.
Περιμένοντας τραγουδούσαμε σιγά σαν προσευχή το «τραγούδι των Αργοναυτών»:
«Χαράζει τάχα ώ σύντροφοι, μπροστά μας ή βραδιάζει;
Το φως που μπήκαμε έμοιασε βαθύ παντοτινό ∙
Κι όλη μας νιώθουμε η καρδιά,
σα μια σπονδή ν’ αδειάζει,
από κρατήρα ατίμητο, μπροστά στον ουρανό…»
Αλλοίμονο, όλοι γυρίσανε πίσω με στολές σχισμένες, με γένια αξύριστα, με μαυρισμένα από κύκλους μάτια, κατακουρασμένα, θλιμμένοι, εξουθενωμένοι κι είπανε: «Δεν βρήκαμε το αθάνατο νερό».
Μα το θάρρος δεν μας έλειψε ακόμη. Και κάποιος είπε: «Ξέρω την μυστηριώδη νήσο. Έχω σπάραγμα παπύρου που βρήκα κι αντέγραψα παλιά σε μοναστήρι του Βορρά. Είναι το νησί που πήγε ο Οδυσσέας μετά τον Κύκλωπα και πριν την Κίρκη. Είναι η χαμένη σελίδα που λείπει από τα έπη του Ομήρου. Εκεί υπάρχει σίγουρα η πηγή που θέλουμε».
Φτερά φύτρωσαν στις καρδιές μας. Ξεχάσαμε το σκάφος που φυλάγαμε χρόνια τώρα με εντολή από τους παλιούς των άλλων ημερών να σαλπάρει μόνο στην ύστατη ανάγκη. Κι έφυγε καλοτάξιδο. Καπετάνιος ο πιο γενναίος που είχε τον πάπυρο:
-         Θα περάσω την θάλασσα την πρώτη και ύστερα την θάλασσα την άλλη που δεν ξέρει κανείς. Καρτεράτε με και θα γυρίσω πίσω σαν τον άνεμο. Θα σας φέρω το αθάνατο νερό. Δεν θα φύγουν από κοντά μας, θα ζήσουν τουλάχιστον ως την ημέρα της νίκης. Έφυγαν καλοτάξιδοι.
Κάναμε γλέντι ολιγάριθμων, των πιο πιστών και πάλι τραγουδήσαμε:
«Κανένας πια τον σύντροφό δεν δύνονταν να κρίνει (διακρίνει)
τι σμίγοντας τα πρόσωπα στου δείπνου τη βραδιά, τα πρόσωπα
μας έφεγγαν ως φέγγουν όμοιοι οι κρίνοι,
κι ως από μιαν ανέβαινεν η ανάσα μας καρδιά».
Μα αλοίμονο και πάλι δυο φορές αλοίμονο… Το σκάφος γύρισε με τα ξάρτια σχισμένα. Το πλήρωμα με το δέρμα του μαυρισμένο από ήλιους σκληρούς και τα μαλλιά και τα αξύριστα γένια κοκαλωμένα από τα αλάτια του πελάγους.
-         Είδαμε από κοντά την μυστηριώδη νήσο. Είχε γαλαζοπράσινα νερά και μέχρι τις ακτές πλατάνια θεόρατα. Πρέπει να ‘χει πολύ νερό. Μα σηκωθήκανε μπουρίνια ξαφνικά- αν και δεν ήτανε ο καιρός τους- και μας τσάκισαν τα κατάρτια και μας έριξαν στις ρουφήχτρες, μας έσπασε το πηδάλιο, μας κόπηκε και η ίδια η άγκυρα… Ίσα- ίσα σώσαμε το σκάφος.
Τότε δάκρυα πλημμύρησαν τα μάτια μας. Το τέλος αναπόφευκτο, δεν σας φέραμε καλοί μας και ακριβοί μας συναγωνιστές δυο κούπες από το αθάνατο νερό. Κι έτσι χαθήκατε κι οι δυο σας.
Ο Ιωάννης στις 6 Οκτωβρίου και ο Κωνσταντίνος στις 12 του ίδιου μηνός. Παλέψατε ως το τέλος κι ας είχατε γίνει οι σκιές του εαυτού σας. Χαθήκατε κοντά- κοντά σαν να περίμενε ο ένας τον άλλον για συντροφιά στο μεγάλο ταξίδι. Τις ίδιες ημέρες χάθηκε κι εκείνος ο παλιός στρατιώτης της Κρήτης που κάθισε χρόνια στην φυλακή με το κεφάλι ψηλά, που είχε περισσότερα παράσημα στο στήθος από όσα σάπια δόντια είχε ο ψευδο- εθνάρχης που τον καθαίρεσε και τον δίωξε αλύπητα.
Μπορεί να χάσαμε για λίγο το θάρρος μας. Μπορεί να χάσαμε για πάντα την ελπίδα ότι θα γλιτώσετε. Πλην όμως, δεν χάσαμε ποτέ την Πίστη μας σε αυτά που από κοινού πιστέψαμε. Σε αυτά που από κοινού υπηρετήσατε επί δεκαετίες και είχατε στο στόμα σας μέχρι την στιγμή που το έκλεισε ο θάνατος.
Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Δεν θα σας ξεχάσουμε ποτέ, θα συνεχίσουμε όσα αρχίσατε, όσα αφήσατε, όσα δεν προλάβατε. Την ημέρα της εθνικής νίκης τα πρόσωπά σας θα προβάλλονται ως ολογράμματα στα καπνισμένα κτίρια. Τα ονόματά σας θα αντικαταστήσουν τα οδωνύμια προδοτών και πουλημένων. Οι ιδέες μας θα έχουν νικήσει και εσείς θα ζείτε και θα τα βλέπετε.
Χαιρετισμούς λοιπόν στις Νήσους των Μακάρων.
Το αθάνατο νερό ήταν στα λόγια, στις πράξεις, στα όνειρά σας.
«Ακούτε οι κύκνοι οι αθάνατοι τι τραγουδούν συντρόφοι;
Ελάτε τι το θάνατο γευτήκατε ιερό.
Κι ετοιμαστείτε γρήγορα στο μυστικό επιστρόφι
Του θεού που σας επρόσμενεν απ’ άμετρο καιρό»!
Καλό σας ταξίδι.
(Η πρώτη δημοσίευση έγινε

στην εβδομαδιαία εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ)

Δεν υπάρχουν σχόλια: