Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα χωριό. Είχε 100 κατοίκους. Οι
κάτοικοι του χωριού μας είχαν τις δουλειές τους, τα σπίτια τους, τα χωράφια
τους, παρήγαγαν τα προϊόντα τους. Δεν ήταν πλούσιο το χωριό μας, αλλά δεν ήταν
και φτωχό. Αν μέτραγες πόσα ήταν τα χρήματα που είχαν όλοι οι χωριανοί μαζί, θα
έβρισκες ότι ήταν περίπου 100.000 ευρώ. 100 ήταν οι κάτοικοι, 100.000 ευρώ ήταν
τα χρήματα όλων, δηλαδή αναλογούσαν 1.000 ευρώ/κάτοικο κατά μέσο όρο. Με τα
χρήματα αυτά βολευόντουσαν, περνούσαν
καλά, πουλούσαν, αγόραζαν, πήγαιναν και στο καφενείο του χωριού και δεν είχαν
παράπονο από τη ζωή τους. Μια μέρα, ένας
κάτοικος του χωριού, ο πιο περίεργος, ο πιο στρυφνός, ίσως και ο πιο τσιγκούνης,
σκέφτηκε: "Αντί να ξοδεύω τα χρήματά
μου, δεν τα μαζεύω ώστε να γίνω εγώ ο πιο πλούσιος και ο πιο ισχυρός του
χωριού;".Έτσι και έκανε. Ό,τι χρήματα πέρναγαν από τα χέρια του, αντί να τα ξοδεύει, τα έβαζε σ ένα σεντούκι. Το έκανε αυτό επί πολύ καιρό. Όσο όμως γέμιζε το σεντούκι του τσιγκούνη τόσο οι χωριανοί έβλεπαν τις τσέπες τους να αδειάζουν. Κάποιοι είπαν πως ήρθαν δύσκολοι καιροί και το χρήμα είναι πια δύσκολο να το βρεις. Αυτή η κατάσταση άλλαξε τη συμπεριφορά των χωριανών. Οι κάτοικοι του μικρού χωριού, με λιγότερα χρήματα στην τσέπη, σταμάτησαν να αγοράζουν, και αυτοί που είχαν προϊόντα για πούλημα σταμάτησαν να τα πουλάνε. Σταμάτησαν να πηγαίνουν και στο καφενείο.
Εδώ θα ήθελα να κάνουμε μια παρένθεση και να πούμε κάποιες παρατηρήσεις:
1) Αυτό που μόλις σας διηγήθηκα είναι η διαδικασία, ένας από τους μηχανισμούς δημιουργίας της ύφεσης. Προέρχεται από την εξαφάνιση του χρήματος.
2) Στο χωριό δεν έγινε καμιά καταστροφή, δεν
έγινε πλημμύρα, δεν έγινε σεισμός, δεν έγινε καταποντισμός, δεν υπήρξε καμία
επιδημία. Ήταν μια καλή χρονιά, όπως και οι προηγούμενες. Οι χωριανοί είχαν να
πουλήσουν προϊόντα, μόνο που δεν μπορούσαν να τα πουλήσουν γιατί ο κόσμος δεν
είχε χρήματα να τα αγοράσει και πεινούσε.
3) Εμείς, αγαπητοί κύριοι και αγαπητές κυρίες,
επειδή είμαστε σοφοί και επειδή έχουμε το προνόμιο να βλέπουμε τα πράγματα από
κάποια απόσταση, μπορούμε να καταλάβουμε τι ακριβώς συνέβη στο χωριό. Οι
κάτοικοι του χωριού όμως δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τι έφταιγε. Η αλήθεια όμως
είναι ότι δεν είμαι σίγουρος αν κάποιοι από εμάς ήταν κάτοικοι του χωριού θα
καταλαβαίναμε τι ακριβώς συνέβη.
Έτσι ο τσιγκούνης
μάζεψε όλα τα χρήματα του χωριού στο σεντούκι του, και τα 100.000 ευρώ. Οι κάτοικοι του χωριού τώρα πια πεινούσαν γιατί δεν είχαν χρήματα να αγοράσουν τίποτε. Από κάπου όμως κυκλοφόρησε
ότι ο τσιγκούνης θα μπορούσε να τους
βοηθήσει. Έτσι άρχισαν να περνάνε από το σπίτι του για να ζητήσουν βοήθεια.
Ο τσιγκούνης
άκουσε με προσοχή και συμπάθεια τους συχωριανούς του και τους είπε: "Έχω λίγα
χρήματα στην άκρη, τα οποία τα μάζεψα με κόπους και θυσίες. Θα ήθελα να σας
βοηθήσω, αλλά να βγάλω κι εγώ κάτι ο φτωχός, που τόσο ίδρωσα να τα
μαζέψω". Οι χωριανοί βρήκαν λογικά τα λόγια του και συμφώνησαν. Ο
τσιγκούνης λοιπόν ήρθε σε ξεχωριστή συμφωνία
με τον καθένα με τους παρακάτω όρους:
1) Όποιος χωριανός δανειστεί χρήματα, θα πρέπει
για κάθε 1.000 ευρώ που πήρε να
επιστρέψει στον τσιγκούνη 1.200 ευρώ. (Οι χωριανοί το δέχτηκαν γιατί το βρήκαν
λογικό.)
2) Αν κάποιος από τους χωριανούς δεν επιστρέψει
όλα τα χρήματα και τους τόκους, τότε ο τσιγκούνης μπορεί να του πάρει το
χωράφι. (Τους έπεσε βαρύς ο δεύτερος όρος, αλλά στη δύσκολη θέση που ήταν τον
δέχτηκαν κι αυτόν).Ο τσιγκούνης λοιπόν δάνεισε όλα τα χρήματα που είχε στο σεντούκι του, και τα 100.000 ευρώ. Μετά από αυτή τη συμφωνία η κανονική ζωή επέστρεψε στο χωριό. Ο τσιγκούνης μετά τη συμφωνία που έκανε αποφάσισε να σταματήσει να δουλεύει στο χωράφι μια και είδε ότι πουλώντας το χρήμα που μάζευε έβγαζε περισσότερα χρήματα από αυτά που έβγαζε καλλιεργώντας το χωράφι και πιο άκοπα. Ο τσιγκούνης απομόνωσε ένα δωμάτιο του σπιτιού του και το έκανε γραφείο για να δέχεται τους πελάτες του. Έτσι άλλαξε επάγγελμα και από αγρότης έγινε τραπεζίτης.
Εδώ οφείλουμε να κάνουμε μια δεύτερη στάση και να πούμε
κάποιες παρατηρήσεις:
1) Οι χωριανοί δεν κατάλαβαν πώς μέσα σε λίγο
καιρό, ενώ όλα πήγαιναν καλά, βρέθηκαν όλοι με ένα χρέος στην πλάτη και να
κινδυνεύουν να χάσουν και τα χωράφια τους.
2) Ο τσιγκούνης που έγινε τραπεζίτης δάνεισε σε
όλο το χωριό 100.000 ευρώ. Η συμφωνία ήταν για κάθε 1.000 ευρώ να του
επιστρέφονται 1.200 ευρώ. Άρα έπρεπε να του επιστραφούν 120.000 ευρώ. Το
ερώτημα που μπαίνει είναι: Εφόσον στο χωριό υπάρχουν 100.000 ευρώ, πού θα βρουν
οι χωριανοί 120.000 ευρώ; Η απάντηση είναι απλή. Δεν μπορούν να βρεθούν 120.000
ευρώ γιατί υπάρχουν μόνο 100.000 ευρώ. Τα 20.000 ευρώ δεν υπάρχουν.Από την παραπάνω παρατήρηση προκύπτει πολύ λογικά ότι κάποιοι χωριανοί ίσως μπορέσουν να ξεπληρώσουν τα χρήματα που χρωστάνε, αλλά κάποιοι δεν θα μπορέσουν να ξεπληρώσουν γιατί απλούστατα τα χρήματα δεν υπάρχουν. Αυτοί θα χάσουν τα χωράφια τους. Ο μόνος τρόπος να τα σώσουν είναι να πάρουν νέο δάνειο υποθηκεύοντας το σπίτι τους ή ό,τι άλλο έχουν.
Αυτά που μόλις είπα είναι εύκολο να γίνουν αντιληπτά από εμάς, γιατί, όπως προείπα, είμαστε σοφότεροι. Ήταν όμως αδύνατο να γίνουν αντιληπτά από τους χωριανούς διότι:
α) Ο κάθε χωριανός ήξερε μόνο αυτά που χρώσταγε ο ίδιος.
β) Δεν γνώριζαν πόσα χρήματα είχε δανείσει σε όλους μαζί και δεν γνώριζαν πόσα χρήματα είχε στο σεντούκι του ο τσιγκούνης τραπεζίτης.
γ) Δεν γνώριζαν ότι είχε μαζέψει όλα τα χρήματα του χωριού, όπως δεν γνώριζαν και πόσα χρήματα είχε το χωριό στο σύνολό τους. Τέλος δεν κατάλαβαν καλά-καλά πώς είχαν βρεθεί τόσα χρήματα στο σεντούκι του τσιγκούνη που έγινε τραπεζίτης. Κάποιοι μάλιστα είχαν διαδώσει ότι τα βρήκε σκάβοντας στο χωράφι του.
Κάπου εδώ θα σταματήσω το παραμύθι, γιατί νομίζω ότι σας
κούρασα. Η πραγματική αλήθεια είναι όμως ότι δεν ξέρω ποιο είναι το τέλος του
παραμυθιού που σας είπα. Αυτό που ξέρω είναι ότι υπάρχουν όλο και λιγότερα
χρήματα στην τσέπη μας και αυτό αλλάζει τη συμπεριφορά μας. Δεν αγοράζουμε, δεν μπορούμε να πουλήσουμε,
δεν βγαίνουμε έξω. Όπως ακριβώς
συνέβη στους κατοίκους του μικρού χωριού.Σαν χώρα είμαστε φορτωμένοι με δάνεια που δεν μπορούν να εξοφληθούν. Δεν θα εξοφληθούν και πολλά από τα δικά μας δάνεια, απλώς και μόνο επειδή δεν μπορούν να εξοφληθούν. Όπως συνέβη στους κατοίκους του μικρού χωριού του παραμυθιού. Αυτά σκέφτηκα όταν άκουσα τον πρωθυπουργό να λέει ότι θα εξοφλήσουμε το χρέος μας μέχρι και το τελευταίο ευρώ. Τον άκουσα και αισθάνθηκα απειλή, γιατί δεν υπάρχουν τα χρήματα για να εξοφλήσεις. Όπως συνέβη και στο μικρό χωριό.
Σας ευχαριστώ
1 σχόλιο:
akrivo mou dithesio
Δημοσίευση σχολίου