Από τα πρώτα χρόνια της υποδουλώσεως του Ελληνισμού, άρχισε μια
σκληρή αντίσταση κατά του κατακτητή, με διάφορες διακυμάνσεις, που κράτησε
ακατάπαυστα επί τέσσερις αιώνες. Σε όλη αυτή τη αυτή τη μακρά χρονική περίοδο,
αδούλωτοι αγωνιστές κρατούσαν αναμμένο τον αντιστασιακό πυρσό, που μεταδιδόταν
σαν ιερό σύμβολο από γενιά σε γενιά.
Από την άλλη μεριά άναψε από νωρίς και η λαμπάδα της πνευματικής καλλιέργειας του Γένους, ταπεινή στη φλόγα της αλλά ανέσπερη και παράλληλα συνεχίστηκε και στα χρόνια της σκλαβιάς η ακάματη προσπάθεια για μια οικονομική άνθηση, που ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία του εθνικού σκοπού.
Από τα πρώτα χρόνια της σκλαβιάς, το υπόδουλο έθνος ανέβαινε σκαλί-σκαλί την πελώρια κλίμακα, που θα το οδηγούσε στο θαύμα του 1821. Εκτός από την ζωτικότητα της περιούσιας φυλής μας και άλλοι παράγοντες, δημιουργημένοι από τη ζωτικότητα αυτή, αλλά και από άλλες συνθήκες, βοήθησαν σημαντικά για το ανέβασμα αυτό, το τόσο κοπιαστικό, μακροχρόνιο και δύσκολο.
Οι σπουδαιότεροι από τους παράγοντες αυτούς ήσαν:
2. Ο κοινοτικός μηχανισμός με τους
δημογέροντες.
3. Οι πνευματικοί ΄Έλληνες του Φαναρίου που τους χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι σε καίριες κρατικές θέσεις.
4. Η ναυτιλία με τα εκατοντάδες Ελληνικά πλοία που ταξίδευαν στο εξωτερικό σαν σύνδεσμος ζωοδότης με τις ελεύθερες χώρες και ήσαν πηγή πλούτου.
5. Η χωρίς διακοπή αντίσταση των κλεφτών, που πολύ στοίχιζε στους κατακτητές.
6. Το σύστημα των αρματολικιών, οι ημιανεξάρτητες περιοχές της Μάνης και του Σουλίου, που με τις ηρωικές αναλαμπές τους φώτιζαν τους ραγιάδες και τους πότιζαν με κουράγιο και ελπίδα.
7. Ακόμη ήσαν οι Έλληνες που είχαν καταφύγει στην Ευρώπη μετά την άλωση, και προκόβοντας εκεί, κρατούσαν αναμμένη την δάδα του φιλελληνισμού, αλλά και έκαναν ό,τι μπορούσαν για την νεκρανάσταση του Γένους. Ο φιλελληνισμός αυτός που αναπτύχθηκε ανυστερόβουλα στην Ευρώπη και στην Αμερική, προσέφερε πολύτιμη βοήθεια στον αγώνα.
8. Βοήθησαν πολύ και τα ξένα συμφέροντα, ιδίως των τριών τότε Μεγάλων Δυνάμεων Ρωσίας Αγγλίας και Γαλλίας, που έχοντας επιθυμητό στόχο τους την στρατηγικής σημασίας Ανατολική Μεσόγειο, στην οποία κυριαρχούσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήθελαν να την θέσουν υπό τον έλεγχό τους, η κάθε μια για λογαριασμό της. Τα ξενικά αυτά συμφέροντα ωφελούσαν το υπόδουλο έθνος, γιατί η ικανοποίησή τους θα τους έδινε την πολυπόθητη λευτεριά.
Άλλοι Έλληνες που δεν άντεχαν την σκλαβιά, σπούδαζαν την τέχνη του πολέμου σαν μισθοφόροι στη Γαλλία και στην Ιταλία. Περίφημο ήταν το ελληνικό σώμα που είχε συγκροτήσει ο Ναπολέων και χρησιμοποίησε στην Αίγυπτο.
Αλλά πιο πολύτιμα ήταν τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα της
Επτανήσου. Και ήταν τόσο κοντά τα Επτάνησα, απλωμένα σε όλο το μήκος της
χερσαίας Ελλάδος, που μ’ ένα πήδημα έφταναν εκεί οι κατατρεγμένοι σκλάβοι, κι
από εκεί ανοιγόταν ο δρόμος στους πιο τολμηρούς, για τις Ευρωπαϊκές χώρες.
Παράλληλα, και πιο έντονα, και στο εσωτερικό της σκλαβωμένης πατρίδας, γινόταν μια αδιάκοπη πολεμική δράση. Ήσαν οι κατατρεγμένοι που ανέβαιναν στα βουνά, όπου έφτιαχναν το δικό τους βασίλειο στις απάτητες από τους Τούρκους ψηλές βουνοκορφές. Μόνιμες εστίες παραγωγής σκληροτράχηλων πολεμιστών ήταν το Σούλι και η Μάνη. Αλλά και η Κρήτη δούλευε ασταμάτητα για τον ίδιο σκοπό. Όλα τα ελληνικά ορεινά συγκροτήματα γνώριζαν την λεβεντιά των κλεφτών. Η δράση τους έσπερνε φόβο στους κατακτητές και τους ανάγκαζε να μην σφίγγουν ασφυκτικά τις αλυσίδες της σκλαβιάς.
Κατόπιν ήσαν οι «αρματολοί», υπεύθυνοι, με την άδεια των Τούρκων, για την ασφάλεια της ελληνικής υπαίθρου, που είχαν στα σώματά τους ξεχωριστούς πολεμιστές. Αυτοί ενεργούσαν περισσότερο για το καλό της σκλαβωμένης φυλής και πολλοί απ’αυτούς, μεθοδικά εκπαιδευμένοι στο «αρματολίκι», έβρισκαν καταφύγιο στα βουνά κι έσμιγαν με τους κλέφτες.
Ένα άλλο πολύτιμο στρατιωτικό σχολείο, που δημιουργούσε ασταμάτητα, ιδίως στα χρόνια λίγο πριν από το ’21, άξιους Έλληνες πολεμιστές ήταν το πασαλίκι του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Ο φιλόδοξος και σκληροτράχηλος αυτός Αρβανίτης κυβερνούσε μια μεγάλη επικράτεια, που απλωνόταν στα περισσότερα εδάφη της Ελλάδος. Ονειρευόταν να την κάνει δικό του κράτος, ανεξάρτητο από τον Σουλτάνο. Και για τον σκοπό αυτό βάλθηκε να κάνει ισχυρό στρατό, πυκνώνοντας τις τάξεις του με διαλεχτά παλικάρια από τους υπόδουλους ραγιάδες, με πρώτους και καλύτερους τους Έλληνες, που ήσαν σπουδαίοι πολεμιστές. Τα στρατιωτικά σχολεία του Αλή έβγαζαν συνέχεια, έπειτα από σκληρή, αλλά πολύτιμη εκπαίδευση, Έλληνες αρματολούς, ετοιμοπόλεμους για την μεγάλη ώρα. Παράλληλα, η ανταρσία του Αλή κατά της Πύλης ήταν σύγχρονη σχεδόν με τις αρχές της Ελληνικής Εθνεγερσίας, και έτσι ο αιμοβόρος τύραννος των Ιωαννίνων βοήθησε έμμεσα, αλλά σημαντικά την Ελληνική Επανάσταση στην έναρξή της, επειδή οι Τούρκοι είχαν και αυτό το πολεμικό μέτωπο να αντιμετωπίσουν.
Όσα αναφέραμε πιο πάνω ήσαν προετοιμασίες για τις χερσαίες
πολεμικές δυνάμεις. Αλλά στον Αγώνα συνέβαλαν
καταλυτικά και οι ναυτικές ελληνικές δυνάμεις. Πανάρχαιος ναυτικός λαός
οι Έλληνες πάντοτε ήσαν άριστοι ναυτικοί. Από τον πρώτο αιώνα της δουλείας
άρχισε η ναυτική μας παρουσία στα ελληνικά πελάγη πρώτα, και κατόπιν και σε
άλλες θάλασσες. Κι έτσι σιγά –σιγά, αλλά
σταθερά, δημιουργήθηκε ένας σπουδαίος και πολυάριθμος εμπορικός στόλος, που
πριν αρχίσει το 1821 περιελάμβανε εκατοντάδες γερά ποντοπόρα καράβια και
μάλιστα εξοπλισμένα με την άδεια των κατακτητών, για να αντιμετωπίζουν τους
πειρατές που ρήμαζαν τις θάλασσες και τα παράλια.
Από την άλλη μεριά οι Τούρκοι δεν ήσαν σπουδαίοι ναυτικοί. Γι αυτό και οι ναυτικές μεταφορές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρίσκονταν στα χέρια των Ελλήνων. Αλλά και στον τουρκικό πολεμικό στόλο υπηρετούσαν πολλοί Έλληνες στις πιο δύσκολες ειδικότητες, Μεγάλο, λοιπόν, πολεμικό σχολείο για τους έλληνες ναυτικούς ήταν ο ίδιος ο τουρκικός στόλος. Φεύγοντας από εκεί οι Έλληνες έμπαιναν σε ελληνικά εμπορικά πλοία, σαν εμπειροπόλεμοι ναυτικοί, αλλά και εκπαιδευτές των νεωτέρων. Κι έτσι στις παραμονές του ξεσηκωμού, ένας αξιόλογα εξοπλισμένος για την αντιμετώπιση των πειρατών εμπορικός στόλος, τέθηκε στη υπηρεσία του κατά θάλασσαν Αγώνα.
Όλα αυτά αφορούν σε μια γενική προετοιμασία του μεγάλου Αγώνα, όχι πλήρη βέβαια, πού γινόταν χωρίς σχέδια και ασυντόνιστα αφού δεν υπήρχε για μεγάλο χρονικό διάστημα μια Κεντρική Διοίκηση, μέχρις ότου ιδρυθεί και αρχίσει την δράση της η Φιλική Εταιρεία (1814)
Μέχρι τότε όλα γίνονταν με κίνητρο τον πόθο των σκλαβωμένων για λευτεριά. Η προετοιμασία αυτή κράτησε αιώνες, μα έγινε πιο έντονη στα τελευταία 50 χρόνια πριν το 1821 και ιδίως στην πενταετία που προηγήθηκε του Αγώνα. Μοναδικό σχέδιο, αλλά ασυντόνιστο και περιστασιακό, ήταν ένα, αλλά εξωτερικής προελεύσεως: των Μεγάλων Δυνάμεων, ιδίως της Ρωσίας, που ξεσήκωνε τους σκλάβους κατά καιρούς, όταν βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Τουρκία.
Επίσης διαλυτικός παράγοντας και εμπόδιο πολλές φορές καταλυτικό για την Εθνεγερσία, ήσαν οι ασταμάτητες διχόνοιες μέσα στην κυβέρνηση, μεταξύ πολιτικών και πολεμιστών και στην ιεραρχία του επικού Αγώνα. Η ανεπάρκεια των κυβερνώντων και κυρίως οι διχόνοιες που έφθαναν σε θλιβερές εμφύλιες συγκρούσεις και με άλλους δυσμενείς παράγοντες, παρ’ ολίγο να σβήσουν τον επαναστατικό πολεμικό πυρσό, επανειλημμένα, και ιδίως όταν σ’ όλες τις παραπάνω αντιξοότητες προστέθηκαν τα άγρια στίφη του Ιμπραήμ, που ρήμαξαν τον Μοριά.
Γενικός αρχιστράτηγος ουσιαστικά δεν υπήρχε. Αρχιστράτηγοι σε μεγάλες περιοχές είχαν αναγνωριστεί, όπως ο Κολοκοτρώνης στο Μοριά, κι ο Καραϊσκάκης στη Ρούμελη. Αλλά η αναγνώριση μόνο δεν ήταν αρκετή. Για να επιτελέσουν αυτοί καλά το έργο τους ήταν απαραίτητος ένας βασικός πολεμικός μηχανισμός, δηλαδή επιτελεία, επικοινωνίες, μεταφορές επιμελητείες κλπ. Όλα αυτά ήσαν υποτυπώδη.
Ερχόμαστε τώρα στην πολεμική τακτική που εφαρμοζόταν στις μάχες: Σπουδαιότερος παράγων σ’ αυτήν ήταν η προσωπική ανδρεία. Εκτός από μερικούς μεγάλους οπλαρχηγούς που είχαν πολεμική πείρα και εκπαίδευση, οι υπόλοιποι ήσαν αυτοδίδακτοι. Οι μάχες στην πλειονότητά τους ήσαν καρτέρια σε περάσματα (όπως στα Δερβενάκια), ώστε να αντιμετωπίζεται η αριθμητική υπεροχή του εχθρού, όπου οι Έλληνες έχοντας με το μέρος τους ευνοϊκό έδαφος, έκαναν μεγάλη εκμετάλλευση του αιφνιδιασμού. Γινόταν «γιουρούσι» στον αντίπαλο και όποιον πάρει ο χάρος. Κι ακόμη ήσαν οι πολιορκίες των τουρκοκρατούμενων κατοικημένων τόπων. Ως πολεμικά όπλα χρησιμοποιούσαν τα καριοφίλια και τις σπάθες και σπάνια λίγα κανόνια. Ενώ οι κατακτητές και κατά πολύ πολυαριθμότεροι ήσαν και διέθεταν ισχυρά όπλα κατά των επαναστατών και εφάρμοζαν σκληρά αντίποινα, που στοίχισαν τη ζωή σε χιλιάδες ανυπεράσπιστους Έλληνες.
Και τώρα ο πόλεμος στην θάλασσα. Όπως προαναφέραμε, οι Έλληνες είχαν πολλά εμπορικά πλοία πρόχειρα εξοπλισμένα, για να αντιμετωπίζουν τους πειρατές, αλλά όχι κατάλληλα για κανονικές ναυμαχίες εναντίον οργανωμένου πολεμικού στόλου, όπως ήτα ο τουρκικός. Γι αυτό οι ναυτικοί μας δρούσαν κατά κανόνα πειρατικά στην θάλασσα και κύριο όπλο τους ήσαν τα πυρπολικά, με τα οποία έκαναν θραύση στα τουρκικά πλοία.
Οι λαμπρές επιτυχίες των πυρπολικών προκαλούσαν ξέφρενο ενθουσιασμό σε όλο το αγωνιζόμενο έθνος και του θέριευαν το πολεμικό μένος αλλά και την ελπίδα.. Τα ελληνικά καράβια ήσαν επίσης πολύτιμα για την συντήρηση του Αγώνα από άποψη ανεφοδιασμού, ιδιαίτερα σε πολεμικό υλικό.
Από τα όσα εκθέσαμε βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο Αγώνας της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, που κράτησε οκτώ χρόνια, ήταν άνισος και καταδικασμένος, αφού δεν υπήρχε καμιά σχεδόν από τις αναγκαίες προϋποθέσεις προπαρασκευής και διεξαγωγής ενός επαναστατικού πολέμου.
Κι όμως το άθροισμα των ευνοϊκών συμπτώσεων, μαζί κυρίως με τον πόθο των υποδούλων που υλοποιήθηκε με έναν αγώνα σκληρό και γεμάτο πείσμα μέχρι θανάτου για την ελευθερία, είχε αποτέλεσμα αντίθετο από εκείνο της ψυχρής πολεμολογικής λογικής. Παρά τις σφοδρές αντιξοότητες, ο πυρσός κρατήθηκε αναμμένος, χάρις στην απαράμιλλη αντρειοσύνη των παλικαριών, και των σκληροτράχηλων πολεμικών αρχηγών. Και τελική συνέπεια ήταν να γίνει το θαύμα και να νεκραναστηθεί η αιωνία Ελλάς για να συνεχίσει την πορεία της στη λαμπερή λεωφόρο των μεγάλων της πεπρωμένων και να γράψει μια ακόμη σελίδα δόξας η ανυπέρβλητη Ελληνική Ιστορία.
Ι.Κ.Μ
Από την άλλη μεριά άναψε από νωρίς και η λαμπάδα της πνευματικής καλλιέργειας του Γένους, ταπεινή στη φλόγα της αλλά ανέσπερη και παράλληλα συνεχίστηκε και στα χρόνια της σκλαβιάς η ακάματη προσπάθεια για μια οικονομική άνθηση, που ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία του εθνικού σκοπού.
Από τα πρώτα χρόνια της σκλαβιάς, το υπόδουλο έθνος ανέβαινε σκαλί-σκαλί την πελώρια κλίμακα, που θα το οδηγούσε στο θαύμα του 1821. Εκτός από την ζωτικότητα της περιούσιας φυλής μας και άλλοι παράγοντες, δημιουργημένοι από τη ζωτικότητα αυτή, αλλά και από άλλες συνθήκες, βοήθησαν σημαντικά για το ανέβασμα αυτό, το τόσο κοπιαστικό, μακροχρόνιο και δύσκολο.
Οι σπουδαιότεροι από τους παράγοντες αυτούς ήσαν:
1. Η θρησκεία, που την άφησε
ελεύθερη ο κατακτητής και αναγνώρισε τον Πατριάρχη ως κεφαλή του Γένους.
2. Ο κοινοτικός μηχανισμός με τους
δημογέροντες. 3. Οι πνευματικοί ΄Έλληνες του Φαναρίου που τους χρησιμοποιούσαν οι Τούρκοι σε καίριες κρατικές θέσεις.
4. Η ναυτιλία με τα εκατοντάδες Ελληνικά πλοία που ταξίδευαν στο εξωτερικό σαν σύνδεσμος ζωοδότης με τις ελεύθερες χώρες και ήσαν πηγή πλούτου.
5. Η χωρίς διακοπή αντίσταση των κλεφτών, που πολύ στοίχιζε στους κατακτητές.
6. Το σύστημα των αρματολικιών, οι ημιανεξάρτητες περιοχές της Μάνης και του Σουλίου, που με τις ηρωικές αναλαμπές τους φώτιζαν τους ραγιάδες και τους πότιζαν με κουράγιο και ελπίδα.
7. Ακόμη ήσαν οι Έλληνες που είχαν καταφύγει στην Ευρώπη μετά την άλωση, και προκόβοντας εκεί, κρατούσαν αναμμένη την δάδα του φιλελληνισμού, αλλά και έκαναν ό,τι μπορούσαν για την νεκρανάσταση του Γένους. Ο φιλελληνισμός αυτός που αναπτύχθηκε ανυστερόβουλα στην Ευρώπη και στην Αμερική, προσέφερε πολύτιμη βοήθεια στον αγώνα.
8. Βοήθησαν πολύ και τα ξένα συμφέροντα, ιδίως των τριών τότε Μεγάλων Δυνάμεων Ρωσίας Αγγλίας και Γαλλίας, που έχοντας επιθυμητό στόχο τους την στρατηγικής σημασίας Ανατολική Μεσόγειο, στην οποία κυριαρχούσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήθελαν να την θέσουν υπό τον έλεγχό τους, η κάθε μια για λογαριασμό της. Τα ξενικά αυτά συμφέροντα ωφελούσαν το υπόδουλο έθνος, γιατί η ικανοποίησή τους θα τους έδινε την πολυπόθητη λευτεριά.
Ανάμεσα στις ξενικές αυτές προσπάθειες ήταν και το μεγάλο στρατιωτικό
«σχολείο» στα Επτάνησα, στα ελληνικά αυτά νησιά του Ιονίου που ποτέ δεν
τουρκοκρατήθηκαν. Το «σχολείο» αυτό το συντηρούσαν διαδοχικά οι Ενετοί, οι
Ρώσοι, οι Γάλλοι και οι Άγγλοι. Χωρίς αυτούς η Επανάσταση θα έσβηνε πριν σχεδόν
αρχίσει. Εκεί, κατατάχθηκε αρχικά στον Ρωσικό στόλο, που ναυλοχούσε στην
Ζάκυνθο και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο
θρυλικός Γέρος το Μοριά. Έγινε πλοίαρχος ενός μικρού πλοίου, με το οποίο, αφού
το εξόπλισε με 10 κανόνια χτυπούσε τα τουρκικά πλοία Ακόμη περιέτρεχε τα
ανατολικά τουρκικά παράλια κουρσάρος
αδίστακτος και τα λεηλατούσε.
Κατόπιν μπήκε στην υπηρεσία του Αγγλικού στρατού στην Λευκάδα,
μάλιστα για την γενναιότητά του, οι Άγγλοι τον προήγαγαν στο βαθμό του
ταγματάρχη.Άλλοι Έλληνες που δεν άντεχαν την σκλαβιά, σπούδαζαν την τέχνη του πολέμου σαν μισθοφόροι στη Γαλλία και στην Ιταλία. Περίφημο ήταν το ελληνικό σώμα που είχε συγκροτήσει ο Ναπολέων και χρησιμοποίησε στην Αίγυπτο.
Αλλά πιο πολύτιμα ήταν τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα της
Επτανήσου. Και ήταν τόσο κοντά τα Επτάνησα, απλωμένα σε όλο το μήκος της
χερσαίας Ελλάδος, που μ’ ένα πήδημα έφταναν εκεί οι κατατρεγμένοι σκλάβοι, κι
από εκεί ανοιγόταν ο δρόμος στους πιο τολμηρούς, για τις Ευρωπαϊκές χώρες. Παράλληλα, και πιο έντονα, και στο εσωτερικό της σκλαβωμένης πατρίδας, γινόταν μια αδιάκοπη πολεμική δράση. Ήσαν οι κατατρεγμένοι που ανέβαιναν στα βουνά, όπου έφτιαχναν το δικό τους βασίλειο στις απάτητες από τους Τούρκους ψηλές βουνοκορφές. Μόνιμες εστίες παραγωγής σκληροτράχηλων πολεμιστών ήταν το Σούλι και η Μάνη. Αλλά και η Κρήτη δούλευε ασταμάτητα για τον ίδιο σκοπό. Όλα τα ελληνικά ορεινά συγκροτήματα γνώριζαν την λεβεντιά των κλεφτών. Η δράση τους έσπερνε φόβο στους κατακτητές και τους ανάγκαζε να μην σφίγγουν ασφυκτικά τις αλυσίδες της σκλαβιάς.
Κατόπιν ήσαν οι «αρματολοί», υπεύθυνοι, με την άδεια των Τούρκων, για την ασφάλεια της ελληνικής υπαίθρου, που είχαν στα σώματά τους ξεχωριστούς πολεμιστές. Αυτοί ενεργούσαν περισσότερο για το καλό της σκλαβωμένης φυλής και πολλοί απ’αυτούς, μεθοδικά εκπαιδευμένοι στο «αρματολίκι», έβρισκαν καταφύγιο στα βουνά κι έσμιγαν με τους κλέφτες.
Ένα άλλο πολύτιμο στρατιωτικό σχολείο, που δημιουργούσε ασταμάτητα, ιδίως στα χρόνια λίγο πριν από το ’21, άξιους Έλληνες πολεμιστές ήταν το πασαλίκι του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Ο φιλόδοξος και σκληροτράχηλος αυτός Αρβανίτης κυβερνούσε μια μεγάλη επικράτεια, που απλωνόταν στα περισσότερα εδάφη της Ελλάδος. Ονειρευόταν να την κάνει δικό του κράτος, ανεξάρτητο από τον Σουλτάνο. Και για τον σκοπό αυτό βάλθηκε να κάνει ισχυρό στρατό, πυκνώνοντας τις τάξεις του με διαλεχτά παλικάρια από τους υπόδουλους ραγιάδες, με πρώτους και καλύτερους τους Έλληνες, που ήσαν σπουδαίοι πολεμιστές. Τα στρατιωτικά σχολεία του Αλή έβγαζαν συνέχεια, έπειτα από σκληρή, αλλά πολύτιμη εκπαίδευση, Έλληνες αρματολούς, ετοιμοπόλεμους για την μεγάλη ώρα. Παράλληλα, η ανταρσία του Αλή κατά της Πύλης ήταν σύγχρονη σχεδόν με τις αρχές της Ελληνικής Εθνεγερσίας, και έτσι ο αιμοβόρος τύραννος των Ιωαννίνων βοήθησε έμμεσα, αλλά σημαντικά την Ελληνική Επανάσταση στην έναρξή της, επειδή οι Τούρκοι είχαν και αυτό το πολεμικό μέτωπο να αντιμετωπίσουν.
Όσα αναφέραμε πιο πάνω ήσαν προετοιμασίες για τις χερσαίες
πολεμικές δυνάμεις. Αλλά στον Αγώνα συνέβαλαν
καταλυτικά και οι ναυτικές ελληνικές δυνάμεις. Πανάρχαιος ναυτικός λαός
οι Έλληνες πάντοτε ήσαν άριστοι ναυτικοί. Από τον πρώτο αιώνα της δουλείας
άρχισε η ναυτική μας παρουσία στα ελληνικά πελάγη πρώτα, και κατόπιν και σε
άλλες θάλασσες. Κι έτσι σιγά –σιγά, αλλά
σταθερά, δημιουργήθηκε ένας σπουδαίος και πολυάριθμος εμπορικός στόλος, που
πριν αρχίσει το 1821 περιελάμβανε εκατοντάδες γερά ποντοπόρα καράβια και
μάλιστα εξοπλισμένα με την άδεια των κατακτητών, για να αντιμετωπίζουν τους
πειρατές που ρήμαζαν τις θάλασσες και τα παράλια. Από την άλλη μεριά οι Τούρκοι δεν ήσαν σπουδαίοι ναυτικοί. Γι αυτό και οι ναυτικές μεταφορές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρίσκονταν στα χέρια των Ελλήνων. Αλλά και στον τουρκικό πολεμικό στόλο υπηρετούσαν πολλοί Έλληνες στις πιο δύσκολες ειδικότητες, Μεγάλο, λοιπόν, πολεμικό σχολείο για τους έλληνες ναυτικούς ήταν ο ίδιος ο τουρκικός στόλος. Φεύγοντας από εκεί οι Έλληνες έμπαιναν σε ελληνικά εμπορικά πλοία, σαν εμπειροπόλεμοι ναυτικοί, αλλά και εκπαιδευτές των νεωτέρων. Κι έτσι στις παραμονές του ξεσηκωμού, ένας αξιόλογα εξοπλισμένος για την αντιμετώπιση των πειρατών εμπορικός στόλος, τέθηκε στη υπηρεσία του κατά θάλασσαν Αγώνα.
Όλα αυτά αφορούν σε μια γενική προετοιμασία του μεγάλου Αγώνα, όχι πλήρη βέβαια, πού γινόταν χωρίς σχέδια και ασυντόνιστα αφού δεν υπήρχε για μεγάλο χρονικό διάστημα μια Κεντρική Διοίκηση, μέχρις ότου ιδρυθεί και αρχίσει την δράση της η Φιλική Εταιρεία (1814)
Μέχρι τότε όλα γίνονταν με κίνητρο τον πόθο των σκλαβωμένων για λευτεριά. Η προετοιμασία αυτή κράτησε αιώνες, μα έγινε πιο έντονη στα τελευταία 50 χρόνια πριν το 1821 και ιδίως στην πενταετία που προηγήθηκε του Αγώνα. Μοναδικό σχέδιο, αλλά ασυντόνιστο και περιστασιακό, ήταν ένα, αλλά εξωτερικής προελεύσεως: των Μεγάλων Δυνάμεων, ιδίως της Ρωσίας, που ξεσήκωνε τους σκλάβους κατά καιρούς, όταν βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Τουρκία.
Εκθέσαμε πιο πάνω τους παράγοντες που συνετέλεσαν στην
επιτυχία της Επαναστάσεως των Ελλήνων
για να επιτευχθεί το μεγάλο θαύμα του
1821. Υπήρξαν όμως και εμπόδια, ανυπέρβλητα πολλές φορές και αντιξοότητες
σφοδρές, που οδηγούσαν τον Αγώνα στο χείλος του κρημνού.
Γενικός σκοπός ήταν βέβαια η αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και η
δημιουργία ελευθέρου κράτους. Αλλά η Επανάσταση προχωρούσε χωρίς σχέδιο.
Καθένας, έχοντας για σύνθημα την κραυγή «Θάνατος στους Τούρκους», οπλιζόταν
αυθόρμητα με ό,τι μπορούσε και χτυπούσε τον πλησιέστερο εχθρό. Με την έναρξη
της Εθνεγερσίας και αφού συνεκλήθη η πρώτη Εθνοσυνέλευση, συγκροτήθηκε μια
κεντρική κυβέρνηση, που έδειχνε φυσικά τεράστιο ενδιαφέρον για την συνέχιση και
ανάπτυξη του Αγώνα, αλλά δεν είχε τα μέσα για να υλοποιήσει τους σκοπούς της.
Ακόμη δεν μπορούσε να επιβληθεί στους τοπικούς και γενικότερους αρχηγούς, που
δρούσαν όπως νόμιζαν αυτοί καλύτερα. Οι οπλαρχηγοί αυτοί πρώην καπετάνιοι των
αρματολών, που αποτίναξαν την κυριαρχία των Τούρκων και έγιναν οι ισχυροί και
ανεξάρτητοι αρχηγοί της Επαναστάσεως, δρούσαν σχεδόν απομονωμένα και
ασυντόνιστα. Σε όλη την Ελλάδα παρατηρήθηκε για το λόγο αυτό μεγάλη διάσπαση
των επαναστατημένων δυνάμεων, που την χειροτέρευε η μεγάλη κατάτμηση του
ορεινού εδάφους. Επίσης διαλυτικός παράγοντας και εμπόδιο πολλές φορές καταλυτικό για την Εθνεγερσία, ήσαν οι ασταμάτητες διχόνοιες μέσα στην κυβέρνηση, μεταξύ πολιτικών και πολεμιστών και στην ιεραρχία του επικού Αγώνα. Η ανεπάρκεια των κυβερνώντων και κυρίως οι διχόνοιες που έφθαναν σε θλιβερές εμφύλιες συγκρούσεις και με άλλους δυσμενείς παράγοντες, παρ’ ολίγο να σβήσουν τον επαναστατικό πολεμικό πυρσό, επανειλημμένα, και ιδίως όταν σ’ όλες τις παραπάνω αντιξοότητες προστέθηκαν τα άγρια στίφη του Ιμπραήμ, που ρήμαξαν τον Μοριά.
Γενικός αρχιστράτηγος ουσιαστικά δεν υπήρχε. Αρχιστράτηγοι σε μεγάλες περιοχές είχαν αναγνωριστεί, όπως ο Κολοκοτρώνης στο Μοριά, κι ο Καραϊσκάκης στη Ρούμελη. Αλλά η αναγνώριση μόνο δεν ήταν αρκετή. Για να επιτελέσουν αυτοί καλά το έργο τους ήταν απαραίτητος ένας βασικός πολεμικός μηχανισμός, δηλαδή επιτελεία, επικοινωνίες, μεταφορές επιμελητείες κλπ. Όλα αυτά ήσαν υποτυπώδη.
Ερχόμαστε τώρα στην πολεμική τακτική που εφαρμοζόταν στις μάχες: Σπουδαιότερος παράγων σ’ αυτήν ήταν η προσωπική ανδρεία. Εκτός από μερικούς μεγάλους οπλαρχηγούς που είχαν πολεμική πείρα και εκπαίδευση, οι υπόλοιποι ήσαν αυτοδίδακτοι. Οι μάχες στην πλειονότητά τους ήσαν καρτέρια σε περάσματα (όπως στα Δερβενάκια), ώστε να αντιμετωπίζεται η αριθμητική υπεροχή του εχθρού, όπου οι Έλληνες έχοντας με το μέρος τους ευνοϊκό έδαφος, έκαναν μεγάλη εκμετάλλευση του αιφνιδιασμού. Γινόταν «γιουρούσι» στον αντίπαλο και όποιον πάρει ο χάρος. Κι ακόμη ήσαν οι πολιορκίες των τουρκοκρατούμενων κατοικημένων τόπων. Ως πολεμικά όπλα χρησιμοποιούσαν τα καριοφίλια και τις σπάθες και σπάνια λίγα κανόνια. Ενώ οι κατακτητές και κατά πολύ πολυαριθμότεροι ήσαν και διέθεταν ισχυρά όπλα κατά των επαναστατών και εφάρμοζαν σκληρά αντίποινα, που στοίχισαν τη ζωή σε χιλιάδες ανυπεράσπιστους Έλληνες.
Και τώρα ο πόλεμος στην θάλασσα. Όπως προαναφέραμε, οι Έλληνες είχαν πολλά εμπορικά πλοία πρόχειρα εξοπλισμένα, για να αντιμετωπίζουν τους πειρατές, αλλά όχι κατάλληλα για κανονικές ναυμαχίες εναντίον οργανωμένου πολεμικού στόλου, όπως ήτα ο τουρκικός. Γι αυτό οι ναυτικοί μας δρούσαν κατά κανόνα πειρατικά στην θάλασσα και κύριο όπλο τους ήσαν τα πυρπολικά, με τα οποία έκαναν θραύση στα τουρκικά πλοία.
Οι λαμπρές επιτυχίες των πυρπολικών προκαλούσαν ξέφρενο ενθουσιασμό σε όλο το αγωνιζόμενο έθνος και του θέριευαν το πολεμικό μένος αλλά και την ελπίδα.. Τα ελληνικά καράβια ήσαν επίσης πολύτιμα για την συντήρηση του Αγώνα από άποψη ανεφοδιασμού, ιδιαίτερα σε πολεμικό υλικό.
Από τα όσα εκθέσαμε βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο Αγώνας της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, που κράτησε οκτώ χρόνια, ήταν άνισος και καταδικασμένος, αφού δεν υπήρχε καμιά σχεδόν από τις αναγκαίες προϋποθέσεις προπαρασκευής και διεξαγωγής ενός επαναστατικού πολέμου.
Κι όμως το άθροισμα των ευνοϊκών συμπτώσεων, μαζί κυρίως με τον πόθο των υποδούλων που υλοποιήθηκε με έναν αγώνα σκληρό και γεμάτο πείσμα μέχρι θανάτου για την ελευθερία, είχε αποτέλεσμα αντίθετο από εκείνο της ψυχρής πολεμολογικής λογικής. Παρά τις σφοδρές αντιξοότητες, ο πυρσός κρατήθηκε αναμμένος, χάρις στην απαράμιλλη αντρειοσύνη των παλικαριών, και των σκληροτράχηλων πολεμικών αρχηγών. Και τελική συνέπεια ήταν να γίνει το θαύμα και να νεκραναστηθεί η αιωνία Ελλάς για να συνεχίσει την πορεία της στη λαμπερή λεωφόρο των μεγάλων της πεπρωμένων και να γράψει μια ακόμη σελίδα δόξας η ανυπέρβλητη Ελληνική Ιστορία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου